Ο παππούς της Ρούλας Πισπιρίγκου είχε δολοφονήσει τη γιαγιά της, πριν από 57 χρόνια
Απο newsattica

Ο παππούς της Ρούλας Πισπιρίγκου είχε σκοτώσει τη γιαγιά της, που είχε το ίδιο όνομα με εκείνη, το 1965.

Πριν από 57 χρόνια, ο παππούς της σκότωσε τη γιαγιά της στην Πάτρα και μάλιστα παρουσιάστηκε «απαθής μέχρι αναισθησίας» στον εισαγγελέα, όπως αναφέρουν σχετικά δημοσιεύματα της εποχής που έρχονται ξανά στο φως της δημοσιότητας.

Η Σωτηρία Πεφάνη γνώρισε τον άντρα της Παναγιώτη Πισπιρίγκο, όταν ήταν 15 χρονών. Όταν η σχέση τους έγινε γνωστή, ο Πισπιρίγκος συνελήφθη για αποπλάνηση ανηλίκου και οδηγήθηκε στις φυλακές Πατρών. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, για να αποφύγει τη καταδίκη του στο Κακουργιοδικείο, παντρεύτηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1962 την ανήλικη Σωτηρία, παρά τις αντιδράσεις των γονιών της. Παρότι ο έγγαμος βίος τους δεν ήταν ευτυχισμένος, απέκτησαν ένα παιδί τον Ανδρέα, πατέρα της Ρούλας Πισπιρίγκου.

Η Σωτηρία αργότερα όμως ήθελε διαζύγιο, γεγονός που έκανε έξαλλο τον παππού της Ρούλας που την ακολουθούσε παντού, καθώς πίστευε ότι βλέπει άλλους άνδρες. Το διαζύγιο βγήκε, αλλά την επιμέλεια του παιδιού την πήρε ο άντρας.

Με την πρόφαση να λυθεί το ζήτημα σχετικά με την επιμέλεια του παιδιού, ο Παναγιώτης Πισπιρίγκος ζήτησε από την πρώην γυναίκα του να βρεθούν σε μια απομονωμένη περιοχή στο Ρίο. Ήταν  21 Ιουλίου 1965, η τελευταία μέρα ζωής της άτυχης Σωτηρίας.

Η Σωτηρία αποφάσισε να δεχτεί την πρότασή του, εξαιτίας της αγάπης που είχε για το παιδί της. Το πρώην ζευγάρι συναντήθηκε σε μια ερημική παραθαλάσσια περιοχή στο Ρίο. Ο παππούς της Ρούλας Πισπιρίγκου της ζήτησε να επιστρέψει σπίτι του. Εκείνη αρνήθηκε. Πάνω στον τσακωμό, την έπιασε από τον λαιμό και την έπνιξε.

Στην κατάθεσή του στην αστυνομία, ο δολοφόνος είπε: «Την παρακαλούσα θερμά κι εκείνη αρνείτο. Σε μια στιγμή και ενώ καθόμαστε κολλητά κι ακουμπούσε η αριστερή πλάτη στον ώμο της, μου ήρθε σαν τρέλα. Την έριξα κάτω και την έπιασα σφικτά από το λαιμό. Την έσφιγγα, την έσφιγγα όλο και πιο δυνατά. Σπαρταρούσε το σώμα της, προσπαθούσε να μου ξεφύγει. Μα εγώ ήμουν πιο δυνατός. Την είχα πια νικήσει. Σε λίγο το σώμα της παρέλυσε, η ανάσα της σταμάτησε, τα μάτια της γυάλισαν. Ήταν νεκρή. Τότε κατάλαβα τι είχα κάνει. Μετάνιωσα, την έσυρα μέχρι τις καλαμιές όπως κι όπως και την εγκατέλειψα μέσα στη νύχτα. Μετά έτρεχα σαν τρελός».

Τα ξημερώματα παραδόθηκε στην αστυνομία και υπέδειξε στους αστυφύλακες το σημείο που άφησε το πτώμα. Τα ευρήματα της ιατροδικαστικής έκθεσης ήταν αποκαλυπτικά. Ο Παναγιώτης Πισπιρίγκος, με το δεξί του χέρι έσφιξε την καρωτίδα της πρώην γυναίκας του, και με το άλλο έφραξε τη μύτη και το στόμα της.

Ο Πισπιρίγκος καταδικάστηκε σε ισόβια αλλά αποφυλακίστηκε μετά από 15 χρόνια λόγω καλής διαγωγής. Μετά την έξοδό του από το δικαστήριο, ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί εκεί προσπάθησε να τον λιντσάρει, ενώ ο πατέρας του θύματος αποπειράθηκε να τον μαχαιρώσει, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα.