Όλο και πιο κοντά η Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα- ηχηρό μήνυμα στις αγορές
Απο newsattica

Ο αμερικανικός οίκος αξιολόγησης Standard&Poor’s προχώρησε στην  αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας από τη βαθμίδα ΒΒ σε ΒΒ+ με σταθερό outlook. Άλλωστε, η DZ Bank σε πρόσφατη έκθεσή της είχε τονίσει πως ο στόχος της ελληνικής κυβέρνησης για την επίτευξη της επενδυτικής βαθμίδας έως το 2023 ήταν απόλυτα ρεαλιστικός, θεωρώντας σίγουρη την αναβάθμιση από την S&P. Η αναβάθμιση της χώρας μας στέλνει ηχηρό μήνυμα προς τις αγορές και καθιστά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας θέμα μηνών.

Η αναβάθμιση αντανακλά τις προσδοκίες της S&P για συνεχή βελτίωση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών της Ελλάδας, ενώ οι επιπτώσεις από τον πόλεμο στην Ουκρανία φαίνονται διαχειρίσιμες δεδομένων των σημαντικών αποθεματικών ασφαλείας. Ωστόσο, ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι η βασική αιτία, σύμφωνα με την S&P ώστε  η αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ να επιβραδυνθεί στο 3,4% το 2022, από 8,3% πέρυσι.

Ο πληθωρισμός έφτασε σε υψηλό 27 ετών, στο 8% τον Μάρτιο.  Όπως όμως εκτιμά η S&P, δεν είναι πιθανή η ανοδική πίεση στους μισθούς, πράγμα που σημαίνει ότι ο πληθωρισμός σε ετήσια βάση είναι πιθανό να επιβραδυνθεί έως τον Σεπτέμβριο και τα πολύ υψηλά μηνιαία μεγέθη από το τρίτο τρίμηνο του 2021 να αρχίσουν να εξομαλύνουν τον δείκτη.  Το ΑΕΠ αναμένεται να αυξάνεται μεσοσταθμικά άνω του 3% την περίοδο 2023-2025, χάρη στο Ταμείο Ανάκαμψης και στην αναμενόμενη ισχυρή περαιτέρω ανάκαμψη των εσόδων από τον τουρισμό.

Μετά το 2020, η αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης της Ελλάδας και οι προσπάθειες για οικονομική ανθεκτικότητα έχουν ενδυναμωθεί και από τις νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές της Ευρωζώνης και της ΕΕ. Η υποστηρικτική νομισματική πολιτική ΕΚΤ διευκόλυνε την πρόσβαση της Ελλάδας στην αγορά για κρατικό δανεισμό με σχετικά χαμηλό κόστος. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν υποχωρήσει κάτω από το 13% του συνολικού αποθέματος δανείων το 2021 και η δανειοδοτική ικανότητα των τραπεζών βελτιώνεται, δίνοντας δυναμική στη  νομισματική πολιτική. Κατά τη γνώμη της S&P,  η μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων των τραπεζών αποτελεί το κλειδί για μία ταχύτερη οικονομική ανάκαμψη, καθώς θα τονώσει τον δανεισμό του ιδιωτικού τομέα.

Η πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας επωφελείται από τα σημαντικά δημοσιονομικά αποθέματα ασφαλείας της κυβέρνησης, χάρη στη διατήρηση των σημαντικών αποθεμάτων ρευστότητας στον ισολογισμό της κυβέρνησης και την ευνοϊκή διάρθρωση του δημόσιου χρέους, ενισχύοντας τα δημόσια οικονομικά έναντι της αύξησης των επιτοκίων παγκοσμίως, αν και η αύξηση των πραγματικών επιτοκίων ενδέχεται να ασκήσει πίεση στα δημόσια οικονομικά, επιβαρύνοντας την επέκταση του ΑΕΠ.

Ακόμη,  η Ελλάδα έχει σημειώσει πρόοδο στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Η κυβέρνηση επιταχύνει τις επενδύσεις, αντιμετωπίζει την αναποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος, ολοκληρώνει την κτηματογράφηση έως τα μέσα του 2022 και προωθεί τον ψηφιακό μετασχηματισμό, ιδιαίτερα στον τομέα των υπηρεσιών.

Λόγω της  αναμενόμενης οικονομικής ανάκαμψης και της μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος, η S&P αναμένει ότι το ακαθάριστο χρέος της γενικής κυβέρνησης θα μειωθεί σε περίπου 184% του ΑΕΠ το 2022, από περίπου 193% το 2021, πριν υποχωρήσει περαιτέρω την περίοδο 2023-2025. Χωρίς να υπολογίζονται τα αποθέματα μετρητών, ο οίκος προβλέπει μείωση του καθαρού χρέους της γενικής κυβέρνησης σε περίπου 170% του ΑΕΠ το 2022 – το υψηλότερο μεταξύ όλων των κρατών που αξιολογεί η S&P – από περίπου 176% του ΑΕΠ το 2021. Επίσης, η απόφαση της ΕΚΤ να συνεχίσει να αγοράζει ομόλογα του ελληνικού δημοσίου πέραν του rollover αποτελεί για την S&P το «κλειδί» για την πρόσβαση της Ελλάδας σε χρηματοδότηση σε προσιτές τιμές.